Στην εποχή μας, ο αγώνας για την επαναπολιτικοποίηση της δημοκρατίας είναι κεντρικός

*Συνέντευξη του Κώστα Δουζίνα στην Πόλυ Κρημνιώτη και την Αυγή της Κυριακής (24/06/2018)

«Στην εποχή της ‘μη φιλελεύθερης δημοκρατίας’ (illiberal democracy) ο αγώνας για την επιβίωση και επαναπολιτικοποίηση της δημοκρατίας έγινε κεντρικός» επισημαίνει ο Κώστας Δουζίνας, καθηγητής Νομικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Βirkbeck), βουλευτής Α’ Πειραιά του ΣΥΡΙΖΑ και από τις αρχές Ιουνίου πρόεδρος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Αναλαμβάνοντας τα νέα καθήκοντά του σε μια κομβική περίοδο για το εγχώριο και διεθνές ιδεολογικό και πολιτικό σκηνικό, μιλάει για τις προοπτικές του Ινστιτούτου και τις προκλήσεις της εποχής, για το στοίχημα της επόμενης περιόδου, που στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ εντοπίζεται στη «συστοίχιση της εκλογικής με την ιδεολογική αποδοχή», μιλάει όμως και για τη συμφωνία των Πρεσπών μέσω της οποίας, όπως επισημαίνει, «η Αριστερά γίνεται φορέας ενός δημοκρατικού πατριωτισμού και αντιπρόσωπος του ριζοσπαστικού ευρωπαϊκού πνεύματος».

* Έχετε εκφράσει συχνά την άποψη ότι ο ρόλος του διανοουμένου σήμερα είναι να ξαναγυρίσει στον αρχικό και κλασικό του ρόλο ως εκπροσώπου αυτού που ονομάστηκε «ριζοσπαστικός Διαφωτισμός», ως αντιπροσώπου δηλαδή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλήθειας ως παρρησίας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα προχωρήσει το Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς, του οποίου εδώ και μερικές ημέρες αναλάβατε τα ηνία; Ποιες είναι οι προτεραιότητες;

Ο ρόλος του δημόσιου διανοούμενου ήταν και παραμένει κεντρικός για την Αριστερά. Οι μεγάλοι διανοούμενοι του 20ού αιώνα, ο Ράσελ, ο Καμύ, ο Όργουελ, ο Σαρτρ, ο Τσόμσκι ή ο Χομπσμπάουμ έλεγαν την «αλήθεια στην εξουσία» και έδιναν φωνή σ’ αυτούς που δεν ακούγονται. Σήμερα ξέρουμε ότι η σχέση γνώσης και εξουσίας είναι στενή, ότι η εξουσία δημιουργεί γνώση και η γνώση αναπαράγει την εξουσία. Όπως λέει ο Μισέλ Φουκό, κριτική είναι η «τέχνη της αντίστασης» προς τον τρόπο που μας κυβερνούν και μας ελέγχουν. Ο παρρησιαστής, ο συνεχιστής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, δεν είναι ένας ουδέτερος νομοθέτης που στέκεται πάνω από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Είναι εμπόλεμος. Η θεωρία είναι όπλο για την αλλαγή της πραγματικότητας.

Σ’ αυτή τη γραμμή, σε μια αλήθεια – όπλο, ήταν στρατευμένος ο Νίκος Πουλαντζάς και το Ινστιτούτο με το όνομά του. Η μακρά ιστορία και ιστορική σπουδαιότητα του Ινστιτούτου αποτελεί βαριά παρακαταθήκη για το νέο Διοικητικό Συμβούλιο και εμένα προσωπικά. Η τιμή και η ευθύνη είναι τεράστια, η συγκυρία δύσκολη. Η δουλειά του Ινστιτούτου είναι σημαντική για την όλη Αριστερά. Έχω ξαναπεί ότι οι προοδευτικές δυνάμεις στον κόσμο παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ελλάδα με τεράστιο ενδιαφέρον. Σε αυτή την προσπάθεια η στήριξη του κόμματος προς τα όργανα και τους εργαζομένους, τα παλιά και τα νέα μέλη του Ινστιτούτου, είναι σημαντική. Μας δίνει την εμπιστοσύνη και τη δυναμική για να ξαναρχίσουμε πιάνοντας το νήμα εκεί που το άφησαν οι προηγούμενοι πρόεδροι και διευθυντές – ο Αριστείδης Μπαλτάς, η Ντίνα Βαΐου, η Αθηνά Αθανασίου, ο Χάρης Γολέμης.

Με πυξίδα αυτήν την παρακαταθήκη, το Ινστιτούτο οφείλει να συμβάλει με το έργο του στη συστηματική ανάπτυξη του θεωρητικού προβληματισμού, του διαλόγου μεταξύ του μαρξισμού και των ριζοσπαστικών θεωρητικών, πνευματικών και πολιτικών ρευμάτων της εποχής μας και στην ανάλυση συγκεκριμένων προβλημάτων και πολιτικών που προκύπτουν από την τρέχουσα συγκυρία.

 

Ο αγώνας για την ιδεολογική ηγεμονία

* Πώς θα υλοποιηθούν αυτά;

Υπάρχουν πολλές σκέψεις και οι πρώτες αποφάσεις πάρθηκαν ήδη. Κατ’ αρχάς θα συνεχίσουμε όλες τις πετυχημένες εκδηλώσεις μας. Ταυτόχρονα θα ξεκινήσουμε σειρές σεμιναρίων, διαλέξεων και στρογγυλών τραπεζών σε θέματα θεωρίας και επικαιρότητας για το γενικό κοινό και τα κομματικά στελέχη· θα κάνουμε στοχευμένες έρευνες και μελέτες κινητοποιώντας το τεράστιο επιστημονικό δυναμικό των συνεργατών βουλευτών και υπουργών – που θα μπορούν να καταλήγουν σε policy papers· θα μεταφράσουμε και θα διακινήσουμε κείμενα τεκμηρίωσης από ανάλογα ινστιτούτα και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού· θα ξανακτίσουμε την ιστοσελίδα και θα την κάνουμε διαδραστική· θα δημιουργήσουμε ένα κόμβο συνάντησης και συνεργασίας κοινωνικών κινημάτων, ΜΚΟ και οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών· θα δημοσιεύσουμε κείμενα θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής· θα αρχίσουμε τον προγραμματισμό ενός Πανεπιστημίου των Πλατειών. Με μια λέξη, ξαναμπαίνουμε συνολικά και σε κάθε χώρο στον αγώνα για την ιδεολογική ηγεμονία. Οι ιδέες είναι πολλές, η προτεραιοποίηση, ο επαγγελματισμός και η αποτελεσματικότητα θα τις κάνει εφικτές.

 

* Σε μια περίοδο έντασης της ιδεολογικής σύγκρουσης, ποιος ο ρόλος του Ινστιτούτου Πουλαντζάς;

Να πούμε κατ’ αρχάς ότι η περιβόητη «σύγκλιση» Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς, ο «τρίτος δρόμος» του Μπλερ και του Σημίτη, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Και δεν μιλάω μόνο για την Ελλάδα. Δυσκολεύομαι να δω «σύγκλιση» την εποχή του Τραμπ, του Brexit, του Όρμπαν, της Λέγκας του Βορρά ή του Ερντογάν. Και στα καθ’ ημάς άλλωστε είναι εμφανής νομίζω η δεξιά και νεοφιλελεύθερη επίθεση που προσπαθεί να αλλάξει τον συσχετισμό δύναμης στο επίπεδο της παραγωγής και διάδοσης ιδεών. Η συζήτηση για το «Μακεδονικό» ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, η στιγμή που συνειδητοποίησαν πολλοί στη φιλελεύθερη Δεξιά ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Αν δει κανείς την πληθώρα συνεδρίων, επιμορφώσεων, ημερίδων από ινστιτούτα, ερευνητικά κέντρα κ.λπ. -κάποιων με επίφαση ακαδημαϊκότητας- τα τελευταία 3-4 χρόνια στην Ελλάδα, βλέπουμε ότι η Δεξιά έχει βάλει την παραγωγή λόγου και στελεχών στην πρώτη γραμμή. Την ώρα επομένως που ο βιοπολιτικός έλεγχος προσπαθεί να πειθαρχήσει και να ρυθμίσει συμπεριφορές και νοοτροπίες, η σχετική σιωπή των προοδευτικών διανοούμενων, από τη άλλη πλευρά, πρέπει να αντικατασταθεί από την παραγωγή θεωριών, λόγων και πολιτικών που υπηρετούν την ανθρώπινη χειραφέτηση. Εκεί έγκειται και ο ρόλος του Ινστιτούτου Πουλαντζά. Πρέπει να θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη θεωρητική πυξίδα της Αριστεράς, τη γνωσιακή της πληρότητα και τον ιδεολογικό πλουραλισμό της. Στην παρούσα συγκυρία είναι πιο κρίσιμο από ποτέ.

 

* Διαπιστώθηκε η ανάγκη αναβάθμισης της παρέμβασης του Ινστιτούτου με στόχο την υπεράσπιση της εναλλακτικής αριστερής πολιτικής και των αρχών της, τόσο στον δημόσιο διάλογο όσο και σε επίπεδο μελετών, έρευνας, τεκμηρίωσης και επιμόρφωσης των στελεχών της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Γιατί καθυστέρησε τόσο;

Υπήρξαν κάποια προβλήματα στη λειτουργία του Ινστιτούτου την τελευταία περίοδο που οδήγησαν σε σχετική αδράνεια. Να προσθέσω ότι, παρά τη λήξη της θητείας του Δ.Σ. το 2017, το εξαιρετικό επιστημονικό προσωπικό συνέχισε τη δουλειά του σε δύσκολες συνθήκες και διατήρησε τη συνέχεια και την παράδοση του ΙΝΠ με επιτυχία. Όλα αυτά είναι πίσω μας. Το νέο Δ.Σ. συνδυάζει μερικούς από τους πιο σημαντικούς και έμπειρους αριστερούς διανοούμενους με αρκετούς νεότερους συντρόφους και συντρόφισσες.

Χρειαζόμαστε νέες ιδέες, νέες πρακτικές, νέες τεχνολογίες. Θέλουμε να ακουμπήσουμε τις νέες γενιές, να προετοιμάσουμε την αλλαγή φρουράς που χρειαζόμαστε σε όλα τα επίπεδα. Έχουμε εξαιρετικούς νέους επιστήμονες και ερευνητές και πρέπει να τους κινητοποιήσουμε για την ανανέωση της σκέψης και της πράξης μας. Χρειάζεται κέφι, διάθεση για δουλειά, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Και μεγαλύτερη συλλογικότητα.

Έγραψα βιβλία με συντρόφους, έφτιαξα δύο νομικές σχολές και ένα ινστιτούτο μαζί με φίλους. Η συλλογική δουλειά είναι πιο αποτελεσματική και πιο διασκεδαστική, πιο fun αν θέλετε. Είμαι λοιπόν εξαιρετικά ευτυχής που θα συνεργαστώ με τους δύο εξαιρετικούς διευθυντές, τη Δανάη Κολτσίδα και τον Μιχάλη Μπαρτσίδη. Είμαστε όλοι αποφασισμένοι να γυρίσουμε πίσω, στις καταστατικές αξίες της Αριστεράς, για να φανταστούμε και να προγραμματίσουμε το μέλλον της. Κάθε μέρα που ξημερώνει έχει νέες και απρόβλεπτες προκλήσεις. Πρέπει να αναδιαμορφώσουμε κόμμα, κίνημα και κράτος. Ο πολιτικός χρόνος είναι πυκνός, οι υποχρεώσεις μεγάλες. Η αξιολόγησή μας θα είναι συνεχής.

 

Το στοίχημα της επόμενης περιόδου

* Η αλλαγή σελίδας στο Ινστιτούτο θεωρείτε θα έχει αντίκτυπο και στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Το ελπίζω. Κοιτάξτε, η Αριστερά είναι η σκέψη στην πράξη. Πράξη χωρίς θεωρία, χωρίς ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και του συσχετισμού δύναμης καταλήγει σε βολονταρισμό και πολιτικές ήττες. Θεωρία χωρίς πράξη αποτελεί το καταφύγιο του εστέτ που δεν βρομίζει τα χέρια του με τους συμβιβασμούς της διακυβέρνησης. Η συστοίχιση την εκλογικής με την ιδεολογική αποδοχή είναι το στοίχημα της επόμενης περιόδου.

Πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε, να συζητήσουμε, να αναπτύξουμε και να διαδώσουμε τις θεωρητικές και ιδεολογικές θέσεις της Αριστεράς του 21ου αιώνα. Και πρέπει να το κάνουμε μαζί με το κόμμα και μάλιστα με κόμμα που είναι στην κυβέρνηση, κάτι που έχει θετικές και αρνητικές επιδράσεις. Θετικές γιατί μαθαίνουμε από την εμπειρία της πρώτης φοράς Αριστερά. Μαθαίνουμε πώς λειτουργεί το κράτος, πως κυβέρνηση και εξουσία είναι διαφορετικές και πολλές φορές ανταγωνιστικές οντότητες. Οφείλουμε να μελετήσουμε, να γενικεύσουμε, να θεωρητικοποιήσουμε την κυβερνητική εμπειρία. Αρνητικές γιατί πολλοί σύντροφοι και φίλοι αντιδρούν στον κυβερνητισμό, αρνούνται την αριστερή κυβερνησιμότητα, αντιμετωπίζουν το εγχείρημα από απόσταση, με αμηχανία, με αφωνία. Ρόλος μας λοιπόν να ξεκινήσουμε ξανά, να δημιουργήσουμε συνθήκες διαλόγου, να κινητοποιήσουμε την προοδευτική διανόηση και κοινωνική επιστήμη, να προωθήσουμε μια ανανεωμένη κριτική ματιά και ανάλυση των συνθηκών της ελληνικής κοινωνίας.

Η ανάπτυξη του ιδεολογικού, θεωρητικού και πολιτικού λόγου της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι κεντρική μας ευθύνη. Ταυτόχρονα συμβάλλουμε στην πολιτική επιμόρφωση και εκπαίδευση των μελών, των στελεχών, των βουλευτών/τριών, της νεολαίας και των φίλων του κόμματος. Δημιουργούμε ένα Κολλέγιο Στελεχών που αποσκοπεί αφενός στην επιστημονική και την ιδεολογική τους υποστήριξη, αφετέρου στην προετοιμασία τους για συμμετοχή στις κομματικές, τις κυβερνητικές και τις δημόσιες δραστηριότητες.

 

* Έχει τελειώσει η «αριστερή μελαγχολία» του 2015;

Δεν νομίζω πως έχει τελειώσει. Μια «γλυκιά» μελαγχολία είναι χαρακτηριστικό του αριστερού, συνηθισμένου στις ανοίκειες και άδικες επιθέσεις, τις θεωρητικές αποτυχίες, τις πολιτικές ήττες. Τα συντρίμμια του τείχους του Βερολίνου έπεσαν κυρίως στο κεφάλι της ανανεωτικής Αριστεράς που πρώτη είχε καταγγείλει τις παραβιάσεις του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Πέρασε λοιπόν η Αριστερά μια περίοδο εσωστρέφειας, ανάλυσης της ήττας, προσπάθειας ανασύνταξης. Στράφηκε σε θέματα δικαιωμάτων, σε τοπικές και κινηματικές πρωτοβουλίες, εγκατάλειψε τη μεγάλη θεωρία. Υπήρξαν βέβαια τα κινήματα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, τα social forum που εκπαίδευσαν μια νέα γενιά στελεχών στις αντιστάσεις και την αλληλεγγύη. Η μεγάλη αλλαγή έγινε το 2011 με τις καταλήψεις των πλατειών, τα πολύμορφα κινήματα κατά των Μνημονίων, την ανάδειξη της άμεσης δημοκρατίας που έφερε κοντά την Αριστερά με άλλες μορφές πολιτικής δράσης.

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, που θεμελιώθηκε στις πλατείες, έβαλε στους αριστερούς και στις αριστερές ένα σαφές δίλημμα: Θα συμμετάσχουν στο πρώτο πείραμα αριστερής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, με τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις του, με την υποχρεωτική στροφή σε κάποιο πραγματισμό που απαιτεί ο αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων, ή θα κρατήσουν τα χέρια τους καθαρά, τις «ψυχές τους όμορφες», όπως λέει ο Χέγκελ, πιστοί στο αλάθητο των απόψεών τους και στις συνεχείς αποτυχίες και τις ήττες; Εμείς παραμένουμε μελαγχολικοί, αλλά και μαχητικά αισιόδοξοι.

 

* Η ζωή του πανεπιστημιακού έγινε μοναχική, διανοητικά απομονωμένη, υπό αυστηρό έλεγχο και αξιολόγηση για να συμμορφώνεται με χρηματοδοτικές προτεραιότητες και ιδεολογικές απαιτήσεις, έχετε πει σε προηγούμενη συνέντευξή μας. Πώς σκοπεύει να παρέμβει σ’ αυτό το κομβικό ζήτημα ένα ινστιτούτο όπως το Πουλαντζάς;

Οι αριστεροί διανοούμενοι ήταν και είναι πάντα στον αγώνα για τη διαμόρφωση της θεωρίας, την ιδεολογική ηγεμονία και την πολιτική πρωτοπορία. Το Ινστιτούτο ξεκινάει και πάλι τη συμμετοχή του στον αγώνα για όλα αυτά τα μέτωπα και θα προσπαθήσει να συνεισφέρει στον παγκόσμιο διάλογο για τη δημιουργία της Αριστεράς του 21ου αιώνα. Σχεδιάζουμε σειρά εκδηλώσεων με συζητήσεις, σεμινάρια, ερευνητικά προγράμματα και μελέτες, αλλά και με πολιτιστικές δράσεις που θα εστιάσουν στην αριστερή αισθητική.

Αλλά επειδή με ρωτήσατε για τους πανεπιστημιακούς. Έχει σημασία να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το «νεοφιλελεύθερο» παράδειγμα του τι σημαίνει πανεπιστημιακός που βλέπουμε κυρίως στο εξωτερικό, αλλά δυστυχώς και στην Ελλάδα. Πρέπει δηλαδή να αμφισβητήσουμε ακαδημαϊκά μοντέλα που μετρούν την ικανότητα του πανεπιστημιακού ανάλογα με το πόσα χρήματα μπορεί να φέρει ή πόσα χτυπήματα στο google έχει και όχι ανάλογα με την ποιότητα του έργου του και της διδασκαλίας του. Και για να επιμείνω λίγο στο τελευταίο, επειδή ως πανεπιστημιακός το νιώθω στο πετσί μου: αν δεν βάλουμε στην ίδια ζυγαριά το ερευνητικό έργο μας με το τι και πώς μαθαίνουμε στα παιδιά -γιατί πάνω απ’ όλα είμαστε δάσκαλοι-, τότε φοβάμαι πως θα είμαστε εμείς οι προοδευτικοί, οι αριστεροί, εξίσου υπεύθυνοι για την απαξίωση της ουμανιστικής παιδείας με τους νεοφιλελεύθερους που κατηγορούμε.

 

* Το αριστερό κίνημα, διεθνώς, φαίνεται αποκομμένο από τις θεωρητικές απαρχές. Μοιάζει αμήχανο και σε αρκετές περιπτώσεις άφωνο. Πού το αποδίδετε;

Δεν είναι απολύτως σωστό αυτό. Μετά την περίοδο της «μεταμοντέρνας συνθήκης» και της αποστροφής από τα μεγάλα αφηγήματα, η θεωρία άρχισε να επιστρέφει, αρχικά δειλά. Οι συνθήκες πολιτικής ήττας συνεισέφεραν στην υποχώρηση του δογματικού μαρξισμού που είχε αποτύχει θεωρητικά και πολιτικά και στη στροφή της ριζοσπαστικής σκέψης σε σχολές όπως η ψυχανάλυση, η φεμινιστική και μετααποικιοκρατική θεωρία, η ριζοσπαστική πολιτική φιλοσοφία και η φαινομενολογία. Είχαμε μια νέα έμφαση στο έμφυλο υποκείμενο, στα συναισθήματα και στο σώμα, στη σεξουαλικότητα, τη διυποκειμενικότητα, τη σχέση ηθικής και αισθητικής. Η κριτική θεωρία έβαλε την ιδεολογία, τη φαντασιακή τάξη και τη συγκρότηση του υποκειμένου στο κέντρο. Έμαθε από τα κινήματα και τους έδωσε θεωρητική ραχοκοκαλιά.

Η δήλωση του ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι έτοιμος να πάρει την εξουσία και οι πολλαπλές εκλογικές νίκες του συνέδεσαν αυτές τις πρωτοβουλίες με πιο κλασικές ταξικές θέσεις και με τον κεντρικό πολιτικό αγώνα. Αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ: να ενώνει το ταξικό με το κινηματικό, τις τοπικές πρωτοβουλίες με την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας.

Δουλειά των διανοουμένων είναι να αναλύσουμε τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας, να μάθουμε από την κυβερνητική εμπειρία, να κεφαλαιοποιήσουμε στη θεωρία ό,τι πετύχαμε στην πράξη. Μας παρακολουθεί η παγκόσμια Αριστερά και αυτό κάνει την ευθύνη μας και τη δουλειά του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς ακόμη σημαντικότερη.

 

* Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ, τα εργαλεία της μαρξιστικής θεωρίας είναι επαρκή για να αντιμετωπιστούν τα προτάγματα και τα διακυβεύματα που θέτει η εποχή μας;

Όσο υπάρχει καπιταλισμός, ο Μαρξ και η μαρξιστική θεωρία θα είναι πάντα επίκαιροι. Όχι φυσικά με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά. Σημασία δεν έχει τι είπε ο Μαρξ τον 19ο αιώνα αλλά τι θα έλεγε αν ήταν μεταξύ μας σήμερα. Άλλωστε, αν θέλουμε να είμαστε πιστοί στον Μαρξ, το ιστορικό πλαίσιο έχει μεγάλη σημασία. Πάντως νομίζω ότι όλοι, ακόμη και οι μεγαλύτεροι πολέμιοι του Μαρξ, θα παραδέχονταν πως λόγω της κρίσης του 2007-08 ο Μαρξ επέστρεψε δριμύτερος. Όπως άλλωστε επιστρέφει και θα επιστρέφει (αιώνια, για να θυμηθούμε τον Νίτσε) στις κρίσεις του καπιταλισμού.

Να θυμίσω απλώς τη φασαρία που έγινε με το βιβλίο του Τομά Πικετί «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα». Με άλλα λόγια, οι κρίσεις του καπιταλισμού, η άνοδος της ανισότητας, η έντονη ταξικότητά της δεν μπορεί παρά να αποδεικνύουν ότι έχουμε πολλά να μάθουμε από τον Μαρξ. Ακόμα και οι καπιταλιστές, άλλωστε, αναγκάζονται να αναμετρώνται με το φάντασμά του. Βέβαια, δίπλα στην ανανεωμένη μαρξιστική θεωρία έχουμε και όλα εκείνα τα ρεύματα στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, που μας έχουν προσφέρει πλειάδα εναλλακτικών αναλυτικών εργαλείων. Το κριτικό, ιδεολογικό μας οπλοστάσιο είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Σημασία έχει τώρα η ενεργοποίησή του.

 

Η Αριστερά φορέας ενός νέου δημοκρατικού και διεθνιστικού πατριωτισμού

* Η οικονομική κρίση, το προσφυγικό πρόβλημα, η άνοδος της Ακροδεξιάς, ποια περιθώρια δημοκρατίας αφήνουν στη σημερινή Ευρώπη και στον σημερινό κόσμο; Πώς οφείλει να επαναπροσδιορίσει τη δράση του το αριστερό κίνημα;

Στην περίοδο της «μη φιλελεύθερης δημοκρατίας» (illiberal democracy) ο αγώνας για την επιβίωση και την επαναπολιτικοποίηση της δημοκρατίας έγινε κεντρικός. Η δημοκρατία δεν γεννήθηκε ούτε εξελίχτηκε με ηρεμία. Είναι η κατεξοχήν ιδέα και πολιτική πράξη της διαφοράς, του ανταγωνισμού, του αγώνα κατά των ανισοτήτων. Η δημοκρατία επιζεί γιατί μέσα της κουρνιάζει ένα εξεγερσιακό στοιχείο που της επιτρέπει να ανανεώνεται. Ένας από τους πιο σημαντικούς στοχαστές του φιλελευθερισμού, ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, θεωρούσε μεγαλύτερο κίνδυνο για τη δημοκρατία την αίσθηση ότι όλα πηγαίνουν καλά, τη νηνεμία, τον εφησυχασμό. Υπ’ αυτή την έννοια, όταν αυξάνονται οι απειλές για τη δημοκρατία, ενεργοποιούνται, ενδυναμώνονται και ριζοσπαστικοποιούνται οι δημοκρατικές αντιστάσεις.

Τα παραδείγματα της Ελλάδας, της Αμερικής (όπου το μαύρο κίνημα και ο σοσιαλισμός έχουν επιστρέψει δριμύτερα) και της Μεγάλης Βρετανίας είναι ενδεικτικά. Μια νέα μεγάλη διαχωριστική γραμμή εμφανίζεται σήμερα παντού μεταξύ αυτών που υπερασπίζονται τη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή προοπτική και της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς που εγκαταλείπει τις αξίες του Διαφωτισμού και βγάζει από τα σεντούκια τα φαντάσματα του εθνολαϊκισμού.

Μετά τη συμφωνία για το «Μακεδονικό» πρέπει να κτίσουμε ένα μέτωπο που ξεκινάει από τους πολιτικά φιλελεύθερους και κεντροαριστερούς και πηγαίνει μέχρι τα αριστερά της Αριστεράς. Ένα μέτωπο δημοκρατικού πατριωτισμού που εμπνέεται από τις παραδόσεις των κινημάτων για την ειρήνη, τον διεθνισμό, την άλλη Ευρώπη. Το αν ένα τέτοιο μέτωπο θα μπορούσε να πάρει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά αλλάζοντας τις πολιτικές συμμαχιών, είναι ένα ερώτημα. Σήμερα η δημιουργία του ευρύτερου δυνατού κοινωνικού μετώπου προέχει. Για τα άλλα χρειάζεται ακόμη συζήτηση που έχει σχέση με τον γενικότερο προγραμματισμό, ιδεολογικό και πολιτικό, της νέας περιόδου, μετά τις Πρέσπες και τα Μνημόνια.

 

* Πώς προδιαγράφονται τα στοιχεία της ριζοσπαστικής Αριστεράς του 21ου αιώνα;

Η Αριστερά αντιμετωπίζει με συντονισμένες δράσεις και το μερικό και το τοπικό, αλλά και το συνολικό και το καθολικό. Και στη Βουλή και στον δρόμο, μέσα και ενάντια στο κράτος, και με τα δικαιώματα των μειονοτήτων και με τα συμφέροντα των εργαζομένων.

 

* Είστε και πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων. Πώς βλέπετε τη συμφωνία των Πρεσπών;

Και προσωπικά και θεσμικά η περασμένη Κυριακή ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της πολιτικής ζωής μας των τελευταίων τριών χρόνων. Μια μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, που κινείται πρόσφατα από κρίση σε κρίση και από αποτυχία σε αποτυχία. Το «Μακεδονικό» είναι ένα από τα τελευταία απομεινάρια του μετεμφυλιακού κράτους, ένα εργαλείο της Δεξιάς που γύριζε σαν φάντασμα όποτε ήθελε να μοχλεύσει τις πιο ακραίες εκφάνσεις του εθνικισμού. Με τη συμφωνία των Πρεσπών, η Αριστερά γίνεται φορέας ενός νέου δημοκρατικού πατριωτισμού και αντιπρόσωπος του ριζοσπαστικού ευρωπαϊκού πνεύματος. Αυτοί που κατηγορούνταν ως «εθνομηδενιστές» ή «εχθροί της πατρίδας» είναι σήμερα εκπρόσωποι της σύμπλευσης του πατριωτικού με το διεθνιστικό, της ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας με τη συναδέλφωση και τη συνανάπτυξη των γειτόνων μας. Σηματοδοτούμε τον πατριωτισμό εκ νέου, τον αφαιρούμε από την πατριδοκαπηλία της Δεξιάς και ανοίγουμε νέα περίοδο ειρήνης και συνεργασίας στα Βαλκάνια. Τα μέλη του Ρήγα Φεραίου, μεσήλικες πια, συναντούν ξανά τον Θούριο του Ρήγα και οραματίζονται μια νέα βαλκανική συμμαχία.

 

* Πώς θα μπορούσε το Ινστιτούτο να απαντήσει νηφάλια στα επιχειρήματα όσων διαφωνούν με την υπογραφή της συμφωνίας και ειδικά σε ό,τι αφορά την αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και της ιθαγένειας;

Η ατομική και η συλλογική ταυτότητα είναι μια σχέση με τη συνείδηση καθενός μας, έχει συναισθηματική φόρτιση. Η εθνική ταυτότητα έχει στοιχεία φαντασιακά και συμβολικά που οργανώνονται πολλές φορές γύρω από εικόνες και μυθικά συμβάντα χωρίς αναφορά σε επιχειρήματα και τον ορθό λόγο. Αλλά αυτό ισχύει και για εμάς, τους οπαδούς των επιχειρημάτων, της πειθούς, της λογικής. Πόσοι δεν είπαν ότι έκλαψαν ακούγοντας τον Τσίπρα στις Πρέσπες;

Το πρώτο και πιο σημαντικό λοιπόν είναι ότι σεβόμαστε όσους διαφωνούν ακούγοντας τα δικά τους συναισθήματα και εικόνες. Όχι βέβαια τους φασίστες και τους ρατσιστές που χρησιμοποιούν το «Μακεδονικό» για τη διάδοση του μίσους. Μετά προσπαθείς να εξηγήσεις ότι στην πολιτική υπάρχουν συναισθήματα και πάθη, αλλά πρωταρχικό ρόλο έχουν τα επιχειρήματα.

Αν μπούμε σε μια καλόπιστη συζήτηση, τα επιχειρήματα, τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας είναι όλα με το μέρος μας. Ίσως θα έπρεπε να είχαμε αρχίσει τον δημόσιο διάλογο και την παρουσίαση των επιχειρημάτων νωρίτερα, πριν και στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Αλλά και τώρα δεν είναι αργά. Αλλάζουμε το παράδειγμα της εξωτερικής πολιτικής διαμορφώνοντας μια νέα μορφή δημοκρατικού και διεθνιστικού πατριωτισμού. Θα πάρει λίγο χρόνο για να γίνει κατανοητό, αλλά είναι μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της μετάβασης σε μια νέα ηγεμονία σε έναν χώρο στον οποίο παραδοσιακά η Αριστερά ήταν απούσα.